μαρμαρώνω


μαρμαρώνω
[мармароно] р.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μαρμαρώνω" в других словарях:

  • μαρμαρώνω — μαρμαρώνω, μαρμάρωσα, μαρμαρωμένος βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μαρμαρώνω — (AM μαρμαρῶ, όω, Μ και μαρμαρώνω [μάρμαρος] 1. καλύπτω ή επενδύω ή επιστρώνω ή περιβάλλω κάτι με μάρμαρο («μαρμάρωσα το λουτρό») 2. μεταβάλλω κάτι σε μάρμαρο, απολιθώνω, πετρώνω («η μάγισσα μαρμάρωσε το βασιλόπουλο») νεοελλ. 1. μτφ. μένω άναυδος… …   Dictionary of Greek

  • μαρμαρώνω — μαρμάρωσα, μαρμαρωμένος 1. μτβ., επιστρώνω με μάρμαρο: Μαρμάρωσε την αυλή του. 2. μεταβάλλω κάτι ζωντανό σε μάρμαρο, απολιθώνω: Ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. 3. μτφ., τρομάζω κάποιον ώστε να μείνει ακίνητος και… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μάρμαρος — μάρμαρος, ὁ (Α) 1. πέτρα κρυσταλλικής φύσης που αστράφτει στο φως 2. το μάρμαρο 3. έργο, καλλιτέχνημα από μάρμαρο 4. πέτρα τάφου, ταφόπετρα 5. κομμάτια που σπάζουν καθώς κόβεται ή πελεκιέται το μάρμαρο 6. ως επίθ. μάρμαρος, ον αυτός που λάμπει,… …   Dictionary of Greek

  • μαρμάρωμα — το [μαρμαρώνω] 1. επένδυση ή επίστρωση με μάρμαρο 2. μετατροπή σε μάρμαρο, απολίθωση 3. στερεοποίηση, αποσκλήρυνση, υπερβολική πήξη, κατά την οποία ένα αντικείμενο γίνεται σκληρό σαν μάρμαρο 4. μτφ. η κατάσταση τού ανθρώπου που από κατάπληξη… …   Dictionary of Greek

  • μαρμάρωση — η (AM μαρμάρωσις, εως) [μαρμαρώνω] επένδυση ή επίστρωση με μάρμαρο, μαρμαρόστρωση νεοελλ. (φωτογρ.) ανωμαλία που παρατηρείται στις φωτογραφικές πλάκες κατά την εμφάνισή τους εξαιτίας κακού χειρισμού ή αλλοιώσεων τού υγρού εμφάνισης μσν. αρχ. η… …   Dictionary of Greek

  • μαρμαρωτής — ο [μαρμαρώνω] τεχνίτης που εκτελεί επιστρώσεις τοίχων, δαπέδων ή άλλων επιφανειών με μαρμάρινες πλάκες …   Dictionary of Greek

  • μαρμαρωτός — ή, ό (AM μαρμαρωτός, ή, όν) [μαρμαρώνω] ο επιστρωμένος με μάρμαρο, μαρμαροστρωμένος …   Dictionary of Greek

  • πηγνύω — ΝΜΑ, και πήγνυμι ΜΑ 1. εμπηγνύω, μπήγω 2. συναρμόζω, συναρμολογώ 3. μεταβάλλω ρευστό σε στερεό (α. «ο ψυχρός αέρας πηγνύει τη λάβα στις κλιτύς τού ηφαιστείου» β. «κρύσταλλος πέπηγεν», Θουκ.) 4. (σχετικά με γάλα ή τυρί) πήζω μσν. αρχ. 1. καρφώνω,… …   Dictionary of Greek